Η γεωπολιτική σημειολογία της Αλάσκας και το δίδαγμα της Ιστορίας
Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στην Αλάσκα στις 15 Αυγούστου αποτέλεσε ένα γεγονός χωρίς χειροπιαστά αποτελέσματα αλλά σίγουρα με έντονη γεωπολιτική σημειολογία. Η διάρκειά της ήταν τρεις ώρες και κατέληξε σε εκατέρωθεν δηλώσεις περί «παραγωγικών» συνομιλιών χωρίς συμφωνία για εκεχειρία στην Ουκρανία. Παρά την απουσία ουσίας, το γεγονός ότι ο Ρώσος πρόεδρος εμφανίστηκε σε αμερικανικό έδαφος, προσκεκλημένος του Αμερικανού ομολόγου του, αποτελεί ήδη ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα.
Η Αλάσκα δεν είναι μια ουδέτερη τοποθεσία μιας και φέρει ιστορικό συμβολισμό. Ως το 1867 αποτελούσε ρωσική κτήση, ενώ σήμερα είναι κρίσιμο στρατηγικό προπύργιο των ΗΠΑ στον Αρκτικό και στον Ειρηνικό. Η παρουσία του Πούτιν εκεί λειτούργησε ως μια ένδειξη ότι η Ρωσία, παρά τις κυρώσεις και την προσπάθεια απομόνωσης της από την Ευρώπη, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στην πραγματικότητα, η εικόνα του ισότιμου συνομιλητή που αποκόμισε ήταν το σημαντικότερο κέρδος της Μόσχας.
Από την άλλη πλευρά η Ουκρανία δεν συμμετείχε στην όλη διαδικασία παρά το γεγονός ότι το μέλλον της βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων και η Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίστηκε σε δηλώσεις στήριξης. Ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι οι διαπραγματεύσεις έγιναν ερήμην της Ευρώπης. Αυτό συνιστά στρατηγική ήττα: η ασφάλεια της ηπείρου συζητήθηκε σε αμερικανορωσικό πλαίσιο χωρίς ευρωπαϊκή παρουσία. Συνεπώς, η χαμένη της Αλάσκας ήταν η Ευρώπη και κατ’ επέκταση η Ελλάδα αφού είναι χώρα που εξαρτά την ασφάλειά της από την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική ενότητα. Ενδεικτική ήταν και η πρόσφατη δήλωση του Ζελένσκι ότι «η Ουκρανία δεν θα παραδώσει εδάφη που η Ρωσία δεν έχει καταλάβει». Η διατύπωση λειτουργεί διπλά: ως μήνυμα αποφασιστικότητας ότι δεν θα υπάρξει «ειρήνη με αντάλλαγμα γη», αλλά και ως έμμεση αναγνώριση πως το ζήτημα των ήδη κατεχόμενων εδαφών θα κριθεί πολιτικά. Για την Ευρώπη αυτό είναι ακόμη μια ένδειξη ότι οι γραμμές χαράσσονται εκτός Βρυξελλών, επιβεβαιώνοντας τον περιθωριακό της ρόλο στη διαμόρφωση της τελικής καταστασης.
Η σημειολογία όμως της συνάντησης δεν περιορίζεται στο παρόν. Θα λέγαμε πως θυμίζει σε πολλά την προσέγγιση του Χένρι Κίσινγκερ προς την Κίνα επί προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον το 1972, τότε που η Ουάσιγκτον επιδίωξε να ανοίξει δίαυλο με το Πεκίνο προκειμένου να σπάσει την ψυχροπολεμική περικύκλωση της Σοβιετικής Ένωσης. Η επίσκεψη Νίξον μπορεί να μην έφερε άμεσα αποτελέσματα αλλά σίγουρα λειτούργησε σαν στρατηγικό σοκ που αναδιαμόρφωσε την παγκόσμια ισορροπία.
Παρόμοια λογική εχει και η κίνηση Τραμπ προς τη Ρωσία: δεν αποσκοπεί σε μια άμεση ειρηνευτική συμφωνία αλλά στοχεύει στο να δημιουργήσει ένα πλαίσιο που επανατοποθετεί τις ΗΠΑ στο κέντρο της εξίσωσης. Η συνάντηση στην Αλάσκα λειτουργεί ως σήμα ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί την πρωτοβουλία και εξακολουθεί τελικά να συνομιλεί και με εκείνους που η Δύση επιχειρεί να απομονώσει.
Θα ήταν χρήσιμο όμως να τονιστεί μια διαφορά. Το 1972 οι ΗΠΑ κέρδισαν στρατηγικά διότι δημιούργησαν ρήγμα στο σοβιετικό μπλοκ και εξασφάλισαν προνομιακή σχέση με την Κίνα. Σήμερα η κίνηση Τραμπ ενδέχεται να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα. Ποιο είναι αυτό; Να δώσει στη Ρωσία ανάσα και διεθνές κύρος πάλι, την ώρα που η Ευρώπη εμφανίζεται ανίσχυρη να παρέμβει. Με άλλα λόγια το ίδιο εργαλείο –η αιφνίδια διπλωματική προσέγγιση– μπορεί να αποφέρει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα.
Για την Ελλάδα που ως κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στηρίζει την ασφάλειά της στη συνοχή του ευρωατλαντικού πλαισίου η εξέλιξη αυτή κάθε άλλο παρά αδιάφορη είναι. Διότι εάν η Ουάσιγκτον κινηθεί προς μια de facto συνεννόηση με τη Μόσχα παρακάμπτοντας τους Ευρωπαίους τότε ο ευρωπαϊκός Νότος και ειδικά η Ανατολική Μεσόγειος κινδυνεύει να μείνει στο γεωπολιτικό περιθώριο. Η στρατηγική αδυναμία της Ευρώπης αντανακλάται άμεσα και στην Ελλάδα, η οποία χρειάζεται ισχυρό πλαίσιο ασφαλείας για να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες πολλαπλές περιφερειακές πιέσεις
Η συνάντηση της Αλάσκας λοιπόν δεν θα μείνει στην ιστορία για τις αποφάσεις της αλλά για τη σημειολογία της. Κατέδειξε ότι η Ρωσία εξακολουθεί να είναι αναγκαίος συνομιλητής, ανέδειξε ότι η Ευρώπη παραμένει περιθωριακή σε μια υπόθεση που αφορά την ίδια της την ασφάλεια. Και τελικά μας υπενθύμισε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται αλλά όχι πάντα με το ίδιο αποτέλεσμα: η «κίνηση Κίσινγκερ» που κάποτε ενίσχυσε τις ΗΠΑ, σήμερα ενδέχεται να αποδυναμώσει τη Δύση και να αφήσει την Ευρώπη, μαζί της και την Ελλάδα, εκτεθειμένη.
