Τραμπ – Ερντογάν: Συναντήσεις και μη-συναντήσεις και η αξία της παρουσίας
Η διεθνής πολιτική δεν εξελίσσεται μόνο μέσα από συμφωνίες ή συγκρούσεις αλλά συχνά, η ίδια η πράξη μιας συνάντησης αποτυπώνει ισορροπίες, προθέσεις και γενικά κατευθύνσεις. Στο περιθώριο της διεθνούς επικαιρότητας, η συνάντηση του Τραμπ με τον Ερντογάν στην Ουάσιγκτον προκάλεσε πληθώρα συζητήσεων για το μέλλον των αμερικανοτουρκικών σχέσεων την ίδια στιγμή που η ακύρωση της συνάντησης μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής ηγεσίας ανέδειξε ένα διαφορετικό μήνυμα, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα επιλέγει να κινηθεί στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η ατζέντα της συνάντησης Τραμπ–Ερντογάν κάλυψε ένα ευρύ φάσμα από την αμυντική βιομηχανία και το ζήτημα των F-35, μέχρι την ενεργειακή συνεργασία και τον ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή. Η διάρκειά της, αλλά και οι δηλώσεις που ακολούθησαν δείχνουν μια διάθεση για επανεκκίνηση μιας σχέσης που είχε δοκιμαστεί σκληρά θα λέγαμε την προηγούμενη δεκαετία. Για την Ουάσιγκτον όλα δείχνουν πως η Τουρκία εξακολουθεί να είναι ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος εταίρος, αφού είναι μέλος του ΝΑΤΟ με γεωστρατηγική θέση, είναι δίαυλος προς τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή, αλλά είναι και μια χώρα που μπορεί να επηρεάσει τόσο ενεργειακές ροές και όσο και περιφερειακές συγκρούσεις.
Από την πλευρά της Άγκυρας, η συνάντηση ήταν μια δυνατότητα να εμφανιστεί ξανά στο επίκεντρο του διαλόγου με τις ΗΠΑ και μάλιστα σε μια περίοδο που η τουρκική οικονομία πιέζεται πολύ και οι σχέσεις με τη Μόσχα δεν παρέχουν και την καλύτερη ασφάλεια. Η εικόνα λοιπόν ενός προέδρου που συναντάται με τον Αμερικανό ομόλογό του λειτουργεί στο εσωτερικό ως απόδειξη διεθνούς αποδοχής, ενώ στο εξωτερικό ενισχύει το αφήγημα ότι η Τουρκία είναι μια δύναμη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η ακύρωση της συνάντησης Μητσοτάκη–Ερντογάν στο ίδιο χρονικό πλαίσιο, σίγουρα δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Στη διπλωματική πρακτική, η μη πραγματοποίηση μιας συνάντησης καταγράφεται ως επιλογή με δικές της συνέπειες. Η Ελλάδα διατηρεί μεν δίαυλους επικοινωνίας σε χαμηλότερο επίπεδο, όμως το έλλειμμα παρουσίας στην κορυφή δημιουργεί εντυπώσεις και εν τέλει αφήνει χώρο στην Τουρκία να προβάλει μια δική της ατζέντα χωρίς αντίλογο.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και χώρες με περιορισμένη ισχύ φροντίζουν να αξιοποιούν κάθε ευκαιρία θεσμικής παρουσίας. Η Φινλανδία για παράδειγμα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, διατηρούσε σταθερούς διαύλους με τη Σοβιετική Ένωση, όχι επειδή προσδοκούσε άμεσα αποτελέσματα, αλλά για να αποφεύγει την απομόνωση και να κατοχυρώνει περιθώρια ελιγμών. Αντίστοιχα το Ισραήλ, ακόμη και σε περιόδους έντονων συγκρούσεων, επέλεγε να συμμετέχει σε διεθνείς συναντήσεις που δεν έφερναν πάντα απτά οφέλη, αλλά εξασφάλιζαν συνεχή παρουσία στο διπλωματικό πεδίο.
Η τουρκική στρατηγική της συνεχούς διαθεσιμότητας, ακόμη κι όταν οι θέσεις της είναι δύσκολα αποδεκτές από άλλους, την κάνουν να διατηρεί τον ρόλο του συνομιλητή που έχει προτάσεις, που διεκδικεί και που τελικά δεν απομονώνεται. Στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτή η τακτική της επιτρέπει να εμφανίζεται ως ισότιμη δύναμη απέναντι σε ΗΠΑ, Ρωσία ή και ΕΕ, ακόμη κι αν οι επιμέρους πολιτικές της προκαλούν αντιδράσεις.
Για την Ελλάδα, αυτή η τουρκική στάση δημιουργεί το εξής ζήτημα : ακόμη και όταν οι ελληνικές θέσεις είναι νομικά τεκμηριωμένες και σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο, η απουσία από την κορυφή της διαπραγμάτευσης κάνει πιο δύσκολη την επιβολή τους στο πεδίο. Το γεγονός ότι η Τουρκία προβάλλεται συνεχώς ως παρούσα, διαθέσιμη και διατεθειμένη να συζητήσει, επηρεάζει σαφώς και ξεκάθαρα την αντίληψη τρίτων χωρών και θεσμών.
Σήμερα που αντιμετωπίζουμε ένα πολυσύνθετο περιβάλλον με την αβεβαιότητα στη Λιβύη με το Τουρκολιβυκό μνημόνιο, τα επιμέρους ανοιχτά ζητήματα στο Κυπριακό, ανταγωνισμούς σε ενεργειακά έργα και παράλληλα την κρίση στη Γάζα που μεταβάλλει την ισορροπία στη Μέση Ανατολή, οποιαδήποτε απουσία το σίγουρο είναι πως δεν αποδίδει.
Η συνάντηση Τραμπ–Ερντογάν ανέδειξε για ακόμη μία φορά τη σημασία του διαλόγου κορυφής στη διαμόρφωση ισορροπιών. Το ότι δεν έγινε η συνάντηση μεταξύ Μητσοτάκη Ερντογάν δεν πέρασε απαρατήρητο και ενισχύει την εικόνα ότι η Τουρκία είναι αυτή τη στιγμή η μόνη πλευρά που διατηρεί σταθερό δίαυλο με όλες τις μεγάλες δυνάμεις. Βέβαια οι συναντήσεις από μόνες τους δεν λύνουν διαφορές, όμως δημιουργούν πεδία διαπραγμάτευσης, αποτρέπουν την απομόνωση και επιτρέπουν στο κάθε μέρος να καταθέσει τις θέσεις του με τρόπο θεσμικά κατοχυρωμένο. Στη σημερινή συγκυρία, αυτό δεν συνιστά πολυτέλεια· συνιστά αναγκαιότητα.