Η πολιτική χρήση του φόβου στους αμυντικούς εξοπλισμούς


Ο φόβος δεν είναι καινούργιος στην πολιτική. Από τον Θουκυδίδη μέχρι τον Μακιαβέλι, η ανασφάλεια ήταν πάντοτε ένα από τα πιο ισχυρά καύσιμα εξουσίας. Στη σημερινή εποχή αυτό που έχει αλλάξει είναι η συστηματική και σχεδόν τεχνοκρατική χρήση του φόβου ως βασικού εργαλείου διακυβέρνησης. Ο φόβος παύει να είναι αποτέλεσμα μιας κρίσης και γίνεται η αφετηρία της πολιτικής και για να χρησιμοποιηθεί πολιτικά, πρέπει πρώτα να κατασκευαστεί.

Η διεθνής βιβλιογραφία μιλά για politics of fear: τη μετατροπή της ανασφάλειας σε οργανωμένη μέθοδο άσκησης εξουσίας. Η Ruth Wodak εύστοχα ανέδειξε στη μελέτη της πώς ο φόβος λειτουργεί στη ρητορική ακροδεξιών κομμάτων όμως στην πραγματικότητα έχει πάψει να αποτελεί προνόμιο αυτών των δυνάμεων και αξιοποιείται σε μεγαλύτερο εύρος. Από τη μετανάστευση μέχρι την άμυνα, η διαχείριση της κοινωνικής αγωνίας μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο.

Πώς όμως κατασκευάζεται ο φόβος;
Ο φόβος για να γίνει εργαλείο πολιτικής, πρέπει πρώτα να κατασκευαστεί, ώστε ένας υπαρκτός κίνδυνος να παρουσιαστεί ως υπαρξιακή απειλή.
Η διαδικασία είναι απλή και έχει τρία βήματα:
Το πρώτο είναι να ονομαστεί μια απειλή ως “υπαρξιακή”. Είναι το στάδιο που η «Σχολή της Κοπεγχάγης» ονομάζει securitization: ένα ζήτημα αναγορεύεται σε υπαρξιακό κίνδυνο που για να αντιμετωπιστεί απαιτεί έκτακτα μέτρα. Έτσι έδρασε η Ευρώπη μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 9/11 και έτσι ενεργεί και σήμερα απέναντι στη Ρωσία.

Το επόμενο βήμα είναι να δημιουργηθεί ένα απλουστευτικό αφήγημα, με ένα σχήμα: «εμείς–αυτοί», «τάξη–χάος», «ασφάλεια–απειλή» και έτσι η πολυπλοκότητα εξαφανίζεται και η κοινωνία συνηθίζει να σκέφτεται με σχήματα που είναι δυαδικά.

Το τρίτο και τελευταίο βήμα είναι μια υπόσχεση προστασίας με αντάλλαγμα κάτι  οικονομικό, θεσμικό ή κοινωνικό, όμως στην πράξη σημαίνει: «για να είστε ασφαλείς, χρειάζεται να αποδεχθείτε κάποιους περιορισμούς ή κάποιες θυσίες». Και έτσι ο φόβος μετατρέπεται σε συναίνεση.

Πώς φτάσαμε όμως από την τρομοκρατία στον επανεξοπλισμό της Ευρώπης;

Για είκοσι χρόνια η Ευρώπη διαχειρίστηκε τον φόβο μέσα από τα δίπολα «τρομοκρατία–ασφάλεια» και «μετανάστευση–απειλή» και αυτό νομιμοποίησε διάφορες πολιτικές επιτήρησης, περιορισμούς δικαιωμάτων και μια κουλτούρα μόνιμης “έκτακτης ανάγκης”. Σήμερα, ο φόβος αλλάζει περιεχόμενο. Η λέξη-κλειδί δεν είναι η “τρομοκρατία” αλλά η γενικευμένη γεωπολιτική ανασφάλεια: ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ρωσική “επιθετικότητα”, η πιθανότητα αμερικανικής απόσυρσης από την Ευρώπη, οι υβριδικές απειλές και άλλα τέτοια.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το ReArm Europe / Readiness 2030, άρα μιλάμε για δισ. ευρώ σε αμυντικές δαπάνες, για το εργαλείο SAFE των 150 δισ., μιλάμε για δημοσιονομική ευελιξία αποκλειστικά για την άμυνα (θα αποτυπωθεί ξεκάθαρα και στον Προϋπολογισμό που θα ψηφιστεί σε λίγες μέρες), μιλάμε για κοινές παραγγελίες πυρομαχικών, drones, αντιαεροπορικών συστημάτων κλπ.

Παράλληλα, Ευρωπαίοι ηγέτες μιλούν για ένα «παράθυρο πέντε ετών» στο οποίο η Ευρώπη πρέπει να επανεξοπλιστεί επειγόντως. Είναι η κατασκευή φόβου που είπαμε : ο χρόνος πιέζει, η απειλή μεγαλώνει, άρα η πολιτική συναίνεση πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, έρχεται ο Τραμπ να απαιτήσει από τα κράτη του ΝΑΤΟ 5% του ΑΕΠ σε αμυντικές δαπάνες, ένα νούμερο που για πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες είναι αδιανόητο.

Είναι και για την Ελλάδα ; θα αναρωτηθεί εύλογα κάποιος. Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά πάνω από 2% επί δεκαετίες, φτάνοντας ακόμη και το 3,7% τα χρόνια της κρίσης, δηλαδή τον φόβο τον πληρώναμε πολύ πριν αυτός γίνει ευρωπαϊκή ατζέντα.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι βρισκόμαστε σε μια περιοχή πραγματικών απειλών – Τουρκία, Λιβύη, Ανατολική Μεσόγειος και γι’ αυτό και ο αμυντικός μας προϋπολογισμός είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Όμως η πολιτική χρήση του φόβου μας φέρνει νέο βάρος όπως τεράστια εξοπλιστικά προγράμματα (F-35, Rafale, Belharra, αντιαεροπορικούς θολους), μας ασκεί πίεση για ευρωπαϊκές συμμετοχές χωρίς όμως εγχώρια βιομηχανική βάση και δημοσιονομική ευελιξία για την άμυνα, όμως όχι για κοινωνική πολιτική.

Βεβαίως και η Ελλάδα να ενισχύσει την άμυνά της, άλλο όμως η ανάγκη και άλλο να μετατρέπεται ανεξέλεγκτα ο φόβος σε μία μόνιμη προτεραιότητα που υπερισχύει της υγείας, της παιδείας ή της περιφερειακής ανάπτυξης.

Σε μια χώρα που έχει δημογραφική κρίση, υποστελεχωμένες Ένοπλες Δυνάμεις και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, ο φόβος δεν μπορεί, δεν επιτρέπεται να αποτελεί πολιτική στρατηγική και αυτό διότι χωρίς κοινωνική συνοχή, δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματική ασφάλεια.

Το μεγαλύτερο ρίσκο ακόμη και από τον ίδιο το φόβο , είναι όταν αυτός αρχίζει πια να κανονικοποιείται δηλαδή όταν όλα εμφανίζονται ως επείγοντα, τίποτα δεν συζητείται, εξαφανίζονται οι εναλλακτικές και τελικά η κοινωνία μαθαίνει να ζει σε μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης. Κι εκεί ακριβώς είναι που η πολιτική συρρικνώνεται: οι αποφάσεις δεν κρίνονται, απλώς γίνονται αποδεκτές.

Το ζητούμενο δεν είναι να αρνηθούμε την πραγματικότητα. Πράγματι ζούμε μια εποχή πολυεπίπεδων μεταβολών ή και κινδύνων, όμως αυτό που είναι ζητούμενο είναι να μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα στον πραγματικό κίνδυνο και την πολιτική χρήση του.

Διότι ο φόβος είναι το πιο εύχρηστο μέσο εξουσίας αφού δεν χρειάζεται καταστολή· χρειάζεται μόνο αφήγημα, δεν απαιτεί περιορισμό δικαιωμάτων· αρκεί να υπάρχει διάχυτη μια αίσθηση απειλής.

Αλλά πολιτική που στηρίζεται αποκλειστικά στον φόβο, δεν είναι στρατηγική πολιτική έιναι απλά αδυναμία μεταμφιεσμένη σε αναγκαιότητα και στο τέλος, η μεγάλη ερώτηση για την Ευρώπη και την Ελλάδα είναι μία: Πόσο φόβο είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε ως μέσο πολιτικής — και με ποιο κόστος;

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Επιδόματα στην κλιματιζόμενη Βουλή και υποβάθμιση σε θάλασσες και σε αποστολές υψηλού κινδύνου: η κυβέρνηση διχάζει.

Η γεωπολιτική σημειολογία της Αλάσκας και το δίδαγμα της Ιστορίας

Πυκνή συγκυρία: η πρόταση Τραμπ, η στάση Μελόνι και η Flotilla (Ανάλυση)